απουσία
ουσιαστικό, γένους θηλυκού
το να μην παρευρίσκεται
κάποιος/α ή κάτι εκεί όπου θα έπρεπε ή θα αναμενόταν να είναι.
απ' ουσία
[από ουσία]
ότι προκύπτει από αληθινό περιεχόμενο, από τον πυρήνα ή το σημαντικότερο στοιχείο μιας συζήτησης, μιας κατάστασης ή ενός πράγματος. 
Untitled design.png

newsletter !

Thanks for subscribing!